Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

Θα βάλουμε μυαλό;

Ως οπαδός , επιτρέψτε μου να παραθέσω επιγραμματικά την πείρα μου από τα βάσανα της ομάδας μου. Γενικώς...
1Λέγεται πως η νίκη έχει πολλούς πατέρες, ενώ η ήττα είναι ορφανή. Έχω καταλάβει όμως, επίσης, ότι η νίκη παράγει πολλούς χρεώστες, ενώ η ήττα πολλούς πιστωτές. Συνήθως οι τελευταίοι (παίκτες, φίλαθλοι και αντιπολιτευόμενοι παράγοντες) εμφανίζονται μετά το στραπάτσο και απαιτούν κεφαλές επί πίνακι, κραδαίνοντας ακάλυπτες επιταγές και κουρέλια προσδοκιών. Πού είναι το πρωτάθλημα που τάξατε; Γιατί πατώσαμε; Ποιος φταίει που η ομάδα έχασε πάλι την ευκαιρία; Οπότε οι υπαίτιοι, ή φερόμενοι ως υπαίτιοι, αναζητούν τρόπους να σώσουν τουλάχιστον την κεφαλή τους...
2Η διαδικασία αυτή, όπως την έχουμε ζήσει πολλές φορές ως τώρα, αποκαλείται συζήτηση για τα αίτια της αποτυχίας.Η σχέση της με δικαστήριο, στο οποίο υπάρχουν κατηγορούμενοι, συνήγοροι και εισαγγελείς, είναι μόνο φαινομενική, διότι στην περίπτωση που εξετάζουμε οι εμπλεκόμενοι είναι και κατηγορούμενοι (για άλλους) και εισαγγελείς (για άλλους «άλλους») και συνήγοροι (για τον εαυτό τους και τους δικούς τους). Στις συνθήκες αυτές κάποιος την πληρώνει πάντα (ο βασικός μέτοχος, ο προπονητής, η διοίκηση, ο Χπαίκτης), αλλά πρωτάθλημα έχουμε να πάρουμε πολλά χρόνια.
3 Επαναλαμβανόμενη στο χρόνο, η διαδικασία έχει οδηγήσει σε εμπεδωμένες μεθόδους άμυνας και επίθεσης, στις οποίες οι παλιοί είναι ξεσκολισμένοι και οι νέοι μαθαίνουν γρήγορα. Πρώτον, οι κατηγορούμενοι εξαφανίζουν τη λέξη ήττα. Τη μετατρέπουν σε όχι θετικό αποτέλεσμα ή σε κάτι παρόμοιο. Δεύτερο, επικαλούνται τις δύσκολες συνθήκες του πρωταθλήματος, που δεν τις είχαν προφανώς υπόψη όταν υπέγραφαν τις επιταγές και διαφήμιζαν μεταγραφές παικταράδων (Αγγέλων της Εστίας και Μεγαλέξανδρων της Επίθεσης). Τρίτο, προσθέτουν τις λυσσώδεις επιθέσεις που δέχτηκαν από τις δυνάμεις του κατεστημένου. Και τέταρτο δείχνουν όσους δεν πάλεψαν αρκετά για το στόχο, γιατί προσδοκούν κάποια μεταγραφή σε μεγάλη ομάδα.
4 Η τελική κατάληξη είναι να μη βγαίνει άκρη ούτε για τις αιτίες ούτε για τους αιτίους. Όλοι να μένουν με το δίκιο τους, το πρωτάθλημα να πηγαίνει στους δυο μεγάλους κι εμείς να μπουκωνόμαστε οπαδικό πάθος . Αφού όμως δεν βάζουμε μυαλό, μήπως τελικά οι εμπειρίες μας είναι χρήσιμες σε κάποιους άλλους;

Τελικώς, βαρβαρότητα;






Πάντα όταν «αυτοί» μιλάνε για νόμο και τάξη μυρίζει ανθρώπινο κρέας. Κι αν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ (εδώ ο καλός διώκτης των μεταναστών-εδώ ο αληθινός διώκτης των μεταναστών-(εδώ τα καλά στρατόπεδα-εδώ τα ευρωπαϊκά στρατόπεδα-θα καθαρίσουμε τις γειτονιές-όχι, εμείς θα τις καθαρίσουμε, αυτοί τις έκαναν ξέφραγο αμπέλι) έχει και ένα άρωμα…
Vivartia, άρωμα εκπτώσεων σε αρχές και αξίες για να κερδίσουμε καμιά ψήφο, αυτό δεν μπορεί να σκεπάσει τη βαριά μυρωδιά. Κι όσοι βλέπουν μόνο το δέντρο του μικροκομματικού καυγά στην προκειμένη περίπτωση κινδυνεύουν να χάσουν το δάσος των διώξεων, της καταστολής, της αγριότητας και της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ποτίζουν και τα δυο κόμματα εξουσίας. Και φυτρώνει ήδη στο κέντρο της Αθήνας με τις επιχειρήσεις-σκούπα, τις μαζικές συλλήψεις, τις νυχτερινές αγριότητες και την «επαναπροώθηση».
Το πράγμα είναι σαφές. Ότι χαρακτηρίστηκε δεξιά στροφή της κοινωνίας με το εκλογικό αποτέλεσμα, ή για να το κάνουμε πιο λιανά η μείωση της εκλογικής επιρροής της αριστεράς (στο σύνολό της, κι ας θυμώνει το ΚΚΕ) και η αντίστοιχη επιβράβευση της ακροδεξιάς, σφραγίζει εδώ και τώρα τις πολιτικές του δικομματικού άξονα. Κι αν η κοινωνία των νοικοκυραίων, των συντηρητικών και των «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…» ορέγεται νόμο και τάξη κατά των μεταναστών, είμαστε έτοιμοι να της δώσουμε μια καλή μερίδα κρέατος. Αν πίσω από τις νομοταξικές σαχλαμάρες του Καραμανλή και του Παπανδρέου υπάρχουν χιλιάδες ανθρώπινα δράματα, θύτες και θύματα, χρεοκοπημένες πολιτικές και ρημαγμένες ανθρώπινες υπάρξεις, πεινασμένα μικρά παιδιά και απελπισμένοι νέοι άνθρωποι, λίγο μας ενδιαφέρει. Στο κάτω-κάτω αυτοί ούτε πλένονται, ούτε ψηφίζουν..
Να ζητάς στις συνθήκες αυτές τον λογαριασμό από κείνους που πήγαν για μπάνιο (τα ρεμάλια!) αντί να ψηφίσουν, ή από κείνους που ψήφισαν τον Καρατζαφέρη «για να τιμωρήσουν τη Ν.Δ.» είναι προφανώς ανοησία. Αλλά αν αυτοί είχαν την φονική ανοησία να νομιμοποιήσουν εκ των προτέρων την αγριότητα, έχουμε κι εμείς το δικαίωμα να υποπέσουμε στην ανώδυνη ανοησία του θυμού: Τα ψηφίσατε στην κάλπη ή γυρίζοντας την πλάτη στις προειδοποιήσεις, λεβέντες μου, αυτά που γίνονται σήμερα κι αυτά που θα γίνουν αύριο. Εξ ονόματός σας τους μαζεύουν τώρα με τη σκούπα τους. Εξ ονόματός σας μπουκάρουν μεσάνυχτα και τους τσουβαλιάζουν από τα κρεβάτια τους στις κλούβες. Εξ ονόματός σας στήνονται στρατόπεδα για να «καθαρίσουν» οι γειτονιές. Και εξ ονόματος της δικιάς σας «κοινωνίας» εφαρμόζουν τη δικιά τους «επικοινωνία» του νόμου και του αστυνόμου.
Και κάτι άλλο, που δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να το καταλάβεις. Όσοι πιστεύουν ότι αυτή η «στροφή προς τα δεξιά» θα δείχνει τα δόντια και τη γροθιά της μόνο στους μετανάστες, ενώ σε μας τους υπόλοιπους, που έχουμε το προνόμιο της υπηκοότητας, θα τρατάρει χαμόγελα, είναι μακριά νυχτωμένοι. Πρόβα κάνουν στους μελαψούς και τους μαύρους και δεν το κρύβουν. Τα κινητά, η κουκούλα, το άσυλο, τα μέτρα τάξης για τις διαδηλώσεις, ο καυγάς για το νόμο και την τάξη μεταξύ Καραμανλή και Παπανδρέου, Μαρκογιαννάκη και Χρυσοχοΐδη, δεν αφήνει καμιά θέση για χαμόγελα και αυταπάτες.
Και λοιπόν; Ε, και λοιπόν, εδώ έχουμε να κάνουμε με την κλασική ιστορία. Οι αριστεροί, οι κομμουνιστές, οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι ταραξίες, το περιθώριο, οι ανανεωτικοί, οι πιο ανανεωτικοί, οι ρεφορμιστές, οι σοσιαλδημοκράτες, οι δημοκράτες, οι συνεπείς, οι λιγότερο συνεπείς, οι τροτσκιστές, οι αριστεριστές, οι χριστιανοί, οι μουσουλμάνοι και βέβαια οι απηνώς διωκόμενοι μετανάστες να σταθούν απέναντι στην «κοινωνία των νοικοκυραίων» και στους πολιτικούς εκφραστές της. Γι’ αυτό χρειάζεται η αριστερά, για να μαζεύει αυτό που οι κυρίαρχοι αποκαλούν κάθε καρυδιάς καρύδι, να οργανώνει αντιστάσεις και αντεπιθέσεις, να επιμένει στην αλληλεγγύη και στον ανθρωπισμό, να κρατάει αναμμένο το κεράκι της κοινωνίας των πολιτών.

Καμιά ζωή δεν είναι λαθραία. Η μετανάστευση δεν είναι έγκλημα

" Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος . Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, , δεν αντέδρασα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα ,αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου ... "
Μπέρτολτ Μπρεχτ

Λόγω της αντιμεταναστευτικής πολιτικής της χώρας μας και της ΕΕ έχει δημιουργηθεί μια ανθρωπιστική κρίση στο θέμα της μετανάστευσης, η οποία πυροδοτεί εκρηκτικές καταστάσεις σε γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων.

Η αριστερά βρίσκεται μακριά από αυτή τη φοβική λογική. Τα κοινωνικά προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με κορώνες και μετάθεση ευθυνών, ούτε μέσω του κοινωνικού αυτοματισμού, αλλά με συγκεκριμένα μέτρα που θα ανακουφίζουν άμεσα τους πολίτες, θα δρομολογούν την αρμονική συνύπαρξη ελλήνων και μεταναστών και θα προωθούν νέες πολιτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.


Και όμως, υπήρξαμε κι εμείς "Αλβανοί"





Ισχυριστήκαμε πριν από δυο μήνες ότι οι Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ αντιμετωπίστηκαν από τις αρχές, αλλά και τους παλιότερους κατοίκους της χώρας, με τρόπο ανάλογο προς εκείνο που υποδεχόμαστε κι εμείς σήμερα τους Αλβανούς μετανάστες. Δημοσιεύσαμε, μάλιστα, και κάποια στατιστικά στοιχεία για την εγκληματικότητα των συμπατριωτών μας εκείνης της εποχής, όπως προβάλλονται από τις επίσημες πηγές της περιόδου. Οι αντιδράσεις που προκάλεσαν τα δημοσιεύματά μας υπήρξαν πρωτοφανείς. Κανείς δεν ήθελε να πιστέψει τα ίδια τα ντοκουμέντα. Οι διαμαρτυρόμενοι δεν προέρχονταν μόνο από το χώρο της οργανωμένης ακροδεξιάς ή της κατ' επάγγελμα εθνικοφροσύνης. Ακόμα και καλοπροαίρετοι αναγνώστες που θεωρούν τους εαυτούς τους προοδευτικούς, διέγνωσαν στην αρθρογραφία μας αν όχι την υπέρτατη ύβρη, τουλάχιστον την υπερβολή και την αυθαιρεσία. Πώς είναι δυνατόν -μας λένε- να συγκρίνει κανείς τους Έλληνες που ως γνωστόν μεγαλούργησαν και εξακολουθούν να διαπρέπουν στο εξωτερικό, με τους ημιάγριους, απολίτιστους και επικίνδυνους Αλβανούς;
Επανερχόμαστε σήμερα στο θέμα αυτό με ένα εκπληκτικό ντοκουμέντο. Την ιστορία ενός πραγματικού πογκρόμ κατά των Ελλήνων μεταναστών που πραγματοποιήθηκε στη μικρή Σάουθ Ομαχα της πολιτείας Νεμπράσκα το 1909. Για την ιστορία αυτή έχει συγγράψει μονογραφία ο Ελληνοαμερικανός δάσκαλος και πανεπιστημιακός Τζον Μπίτζες, ο οποίος -όπως θα διαπιστώσετε στις σελίδες που ακολουθούν- είναι ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας, και κανείς δεν μπορεί να του προσάψει "αντιαμερικανική" προκατάληψη. Η μελέτη του υπήρξε προϊόν σκληρού μόχθου και επίπονης δουλειάς στα αρχεία των τοπικών εφημερίδων αλλά και των επίσημων αρχών. Η πρώτη μορφή αυτής της εργασίας δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nebraska History το καλοκαίρι του 1970 και πήρε το βραβείο James Sellers.
Διαβάζοντας τη μελέτη του κ. Μπίτζες διαπιστώνουμε ότι στον Έλληνα μετανάστη απέδιδαν τότε οι αμερικανικές εφημερίδες όλα τα στερεότυπα που συνοδεύουν την εικόνα του Αλβανού στα σύγχρονα ελληνικά ΜΜΕ: οι Ελληνες είναι "βρόμικοι", "υπάνθρωποι", "απολίτιστοι", "άγριοι", επιρρεπείς στο έγκλημα.
Οι ανθελληνικές ταραχές στη Σάουθ Ομαχα σημειώθηκαν στις 21 Φεβρουαρίου του 1909, μετά από τη σύλληψη του Γιάννη Μασουρίδη ως ενόχου για τη δολοφονία του αστυνομικού Εντ Λόουρι. Οι εφημερίδες αμέσως μίλησαν για τον "Έλληνα δολοφόνο" και δημοσίευσαν την εμπρηστική ανθελληνική προκήρυξη που συνέταξε ο Τζόζεφ Μέρφι, ένας τοπικός πολιτικός παράγοντας. Σ' αυτή την προκήρυξη γινόταν λόγος για τους "βρομερούς Ελληνες που επιτίθενται στις γυναίκες μας και χτυπούν τους περαστικούς στο δρόμο, που διατηρούν χαρτοπαιχτικές λέσχες και κάθε λογής παρανομίες". Στο κλείσιμο της προκήρυξης γινόταν έκκληση για συνάντηση στο Δημαρχείο "όπου θα πάρουμε μέτρα για να διώξουμε τους Ελληνες από την πόλη μας." (εφημερίδες World Herald και Daily News, 20.2.1909).
Την επομένη το κύριο άρθρο της Herald αναφερόταν στον Μασουρίδη με τα ακόλουθα λόγια: "Ένας Έλληνας που στη γενέτειρά του δεν είχε ποτέ το προνόμιο να υψώσει το κεφάλι του προς τα πάνω (...) η μόνη του σκέψη ήταν να σκοτώσει, να σκοτώσει." Ο Μασουρίδης είχε έρθει στις ΗΠΑ από ένα χωριό της Καλαμάτας το 1906. Η αστυνομία τον είχε υπό παρακολούθηση, επειδή είχε συλληφθεί για παράνομο τζόγο. Στις 19 Φεβρουαρίου ο Λόουρι τον συνέλαβε μετά από καταγγελίες εις βάρος του, ότι είχε σχέσεις με μια ανήλικη (17χρονη) κοπέλα, που του έκανε μαθήματα αγγλικών. Τη στιγμή της σύλληψης ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί που κατέληξαν στον τραυματισμό του Μασουρίδη και το θάνατο του Λόουρι. Αμέσως συγκεντρώθηκαν μερικές εκατοντάδες κάτοικοι με σκοπό να λιντσάρουν τον Μασουρίδη. Με δυσκολία κατάφερε η αστυνομία να τον φυγαδεύσει σε ασθενοφόρο.
Η συγκέντρωση χιλίων κατοίκων την επομένη οδήγησε σε ανεξέλεγκτη βία εις βάρος των Ελλήνων. Με κραυγές "θάνατος στους Έλληνες" και "θυμηθείτε τον καημένο τον Λόουρι", το πλήθος όρμησε στην ελληνική συνοικία, την "Γκρίκ-τάουν" και επιτέθηκε στους ανύποπτους Έλληνες. Όσοι απ' αυτούς δεν κατάφεραν να διαφύγουν, έπεσαν στα χέρια των φανατισμένων Αμερικάνων και δάρθηκαν χωρίς έλεος. Στην απελπισία του κάποιος προσπάθησε να αμυνθεί με όπλο και τραυμάτισε ελαφρά δυο παιδιά. Τότε πλέον το πλήθος των επιτιθέμενων χωρίστηκε στα δυο και άρχισε τις λεηλασίες και τα σπασίματα σ' όλα τα μαγαζιά και τα σπίτια των Ελλήνων. Οι ταραχές συνεχίστηκαν όλη τη μέρα κάτω από τη σιωπηλή επιδοκιμασία κάποιων αστυνομικών και την αδυναμία των τοπικών αρχών. Επί έξι ώρες το πλήθος "με ρεβόλβερ, με κλομπ και με δαυλούς γύριζε στην πόλη, έπινε τα κλεμμένα ποτά, έκλεβε εμπορεύματα, χτυπούσε όποιον μπορούσε, μέχρι να τρέξει το αίμα από τις πληγές."
Περιγράφοντας την εικόνα που είχαν για τους Ελληνες οι παλιότεροι κάτοικοι της περιοχής, o Τζον Μπίτζες αναφέρεται στην εχθρότητα που προκλήθηκε από το γεγονός ότι οι Ελληνες δούλευαν με μικρότερα μεροκάματα και χρησιμοποιούνταν ως απεργοσπάστες. Τους κατηγορούσαν ακόμα ότι έφερναν στην Αμερική τις δικές τους άγριες συνήθειες, ότι ήταν βρόμικοι (εφόσον έκαναν πάντα τις βρόμικες δουλειές), ότι πολιτικολογούσαν στα δικά τους καφενεία και χαρτόπαιζαν. Οι ντόπιοι θεωρούσαν τη συμπεριφορά των Ελλήνων "ανήθικη" και "αντιαμερικάνικη". "Το σημείο που προκαλεί το ανθελληνικό στοιχείο", γράφει η Omaha Bee, "είναι ότι δουλεύουν φτηνά. Οτι ζουν ακόμα φθηνότερα, σε ομάδες. Οτι αδιαφορούν για τις μικρές λεπτομέρειες στις οποίες αποδίδουν μεγάλη σημασία οι Αμερικάνοι." Και ο εκδότης της Daily News πρόσθετε ότι "τα δωμάτιά τους είναι βρόμικα. Επιτίθενται στις γυναίκες. Μ' άλλα λόγια, με τη στάση τους εμφανίζονται ως επιθετικοί στα μάτια των περισσοτέρων κατοίκων της Σάουθ Ομαχα."
Μετά το τέλος των ταραχών η κοινότητα των Ελλήνων της περιοχής σκόρπισε σ'ολόκληρη την Αμερική. Από τις 2.000 μεταναστών που ζούσαν στη Σάουθ Ομαχα μέχρι εκείνο το μοιραίο Σάββατο το Φεβρουάριο του 1909, σε λίγους μήνες η απογραφή του 1910 κατέγραφε μόλις 59 άτομα. Η περίπτωση των ανθελληνικών ταραχών στη Σάουθ Ομαχα δεν είναι η μόνη εκείνης της περιόδου. Ο κ. Μπίτζες ανακάλυψε στην εφημερίδα Evening News of Roanoke στην πολιτεία της Βιρτζίνια αναφορά σε επιθέσεις όχλου εναντίον των καταλυμάτων Ελλήνων μεταναστών τον Ιούλιο του 1907. Και την ίδια βδομάδα με τα επεισόδια στη Σάουθ Ομαχα ξέσπασαν παρόμοιες βίαιες ταραχές σε δύο τουλάχιστον πόλεις, στο Κάνσας Σίτι της πολιτείας Κάνσας και στο Ντέιτον του Οχάιο.
Το τελευταίο μάθημα που παίρνουμε από την ιστορία αυτή είναι η τύχη της έρευνας του κ. Μπίτζες. Το 1991, ο Τζον Μπίτζες επανήλθε στο θέμα, συμπληρώνοντας με καινούργια στοιχεία την υπόθεση. Όμως τη νέα του μελέτη δεν δέχθηκε κανείς να τη δημοσιεύσει. Όπως μας εξήγησε ο ίδιος ο ερευνητής, η άρνηση των ακαδημαϊκών αρχών να προχωρήσουν στη δημοσίευση, οφειλόταν ακριβώς στο "ακανθώδες" αντικείμενό της. Οι σύγχρονοι Αμερικανοί θέλουν να "ξεχάσουν" το ρατσισμό εναντίον των μεταναστών στις αρχές του αιώνα, όπως ακριβώς και οι σύγχρονοι Έλληνες αρνούνται να πληροφορηθούν τις δύσκολες συνθήκες, κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε εκείνη η μετανάστευση.
(Ελευθεροτυπία, 14/6/1998

Η μετανάστευση θα αποτραπεί μόνο όταν αντιμετωπιστούν οι αιτίες που τη δημιουργούν (πόλεμος, φτώχεια, δικτατορίες, περιβαλλοντική καταστροφή) στις χώρες προέλευσης μεταναστών. Μέχρι τότε:

Να απελαθεί ο ρατσισμός και ο φασισμός, όχι της γης οι κολασμένοι.