Τρίτη 26 Μαΐου 2009

ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...



Ελαβα και δημοσιεύω ευχαρίστως την απάντηση του τ.Δήμαρχου κ.Νίκου Βλαδίκα σε προηγούμενη ανάρτηση μου.Θεωρώ (αν και διαφωνώ σε αρκετά σημεία) εξαιρετικα ενδιαφέροντες τους προβληματισμούς του. Με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ένας άνθρωπος προερχόμενος από τη συντηρητική παράταξη συνδιαλέγεται με επιχειρήματα και νηφάλια καταθέτει τις απόψεις του, για την Αριστερά,στις οποιες σύντομα θα απαντήσω.


Αγαπητέ Τριαντάφυλλε

Πολύ σωστά διέγνωσες, ότι με προβληματίζει η σχέση της αριστεράς με το ρομαντισμό, όχι ως κινητήριας δύναμης παραγωγής πολιτικής, αλλά ως μήτρας διαμόρφωσης της πολιτικής. Όσο για τα σχόλια σου, ήμουν σίγουρος ότι θα είχαν βάση αρκούντως λυρική, ώστε να είναι συνεπή με τις πεποιθήσεις σου, οι οποίες πίστεψε με, πολύ εύκολα προκύπτουν, από τα γραφόμενα και τις παραινέσεις σου.

Η απάντηση μου αυτή δεν έρχεται ως ανάγκη να κάνω τον έξυπνο, αλλά γιατί με κεντρίζει η ιδέα να συμβάλλω σε ένα δημόσιο διάλογο, που γίνεται σε θεωρητικό επίπεδο, κάτι που πιστεύω ότι λείπει από τη σύγχρονη μίζερη πολιτική καθημερινότητα. Πρέπει νομίζω να συμφωνήσουμε, ότι ο ρομαντισμός είναι μία μήτρα διαμόρφωσης συμπεριφοράς, που ελάχιστα αλλοιώνει τις παρορμήσεις που την προκαλούν. Με την έννοια αυτή μπορούμε να πούμε, ότι η ρομαντική συμπεριφορά είναι μία πολύ ατόφια, πολύ γνήσια έκφραση των ενστίκτων και των παρορμήσεων μας. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι το εξής : η ρομαντική πολιτική συμπεριφορά, είναι μία χρήσιμη και αποτελεσματική πολιτική συμπεριφορά, κρινόμενη μάλιστα με βάση τις εμπειρίες που μέχρι σήμερα έχουμε συσσωρεύσει και λαμβάνοντας υπ’ όψιν το βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο που έχουμε διασφαλίσει;

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει την τάση να θέλει να απαλλαγεί από ότι τον εμποδίζει η απλά τον ενοχλεί στην άσκηση των δραστηριοτήτων του. Για παράδειγμα η δημοτική μας αρχή έκοψε τα δύο από τα τρία δένδρα της υπερυψωμένης τσιμεντένιας κεντρικής μας πλατείας(το πεύκο και την ιτιά) γιατί θεώρησε προφανώς ότι την ενοχλούσαν. Δε διαθέτει φαίνεται την αναγκαία νοητική επάρκεια, ώστε να προχωρήσει σε δεύτερες σκέψεις, που θα έθεταν το ερώτημα : μήπως πρέπει να τροποποιήσουμε τις δράσεις μας, ώστε να είναι συμβατές με τα τόσο πολύτιμα σε ένα τσιμεντένιο περιβάλλον δένδρα: (Μία διευκρίνιση για να μην παρεξηγηθώ : με το παράδειγμα αυτό δεν έχω την πρόθεση να ταυτίσω το κόψιμο των δένδρων με το ρομαντισμό. Κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον ανόητο. Απλά προσπαθώ να επισημάνω, ότι πολλές φορές οι ενστικτώδεις, οι γνήσιες συμπεριφορές έχουν ολέθρια αποτελέσματα.) Η ρομαντική συμπεριφορά, ως μία γνήσια έκφραση των παρορμήσεων μας, είναι και έντονα ανατρεπτική. Από την άλλη μεριά η πολιτική, ως διαδικασία λήψης αποφάσεων, οφείλει να αντιμετωπίζει την ανατροπή, ως επιλογή, συγκρίνοντας την με όλες τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις. Νομίζω ότι δεν πρέπει να γενικεύουμε την περίπτωση των ναυτών, που μέσα σε μία τρικυμισμένη θάλασσα προσπαθούν να φθάσουν στην ξηρά, γιατί γι’αυτούς η ξηρά είναι αντικειμενικά η μόνη αποδεκτή επιλογή.

Είναι αλήθεια ότι στο περιβάλλον μας πολλά πράγματα και καταστάσεις (κατεστημένες και μη) μας ενοχλούν. Είναι επίσης αλήθεια ότι η πρώτη μας σκέψη είναι να απαλλαγούμε από όλα αυτά τα ενοχλητικά, ανατρέποντας τα. Η ανατροπή όμως σημαίνει διάλυση της υπάρχουσας ισορροπίας. Η ισορροπία πάλι είναι αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας. Ο σύγχρονος λοιπόν Ευρωπαίος, ο οποίος έχει κατακτήσει ένα υψηλό βιοτικό, γνωστικό και πολιτιστικό επίπεδο (ίσως όχι αρκετά ικανοποιητικό, αλλά σίγουρα υψηλό), οφείλει να θέτει το ερώτημα : ποια είναι η ισορροπία που θα διαδεχθεί αυτήν που θα διαλύσουμε; Αν δεν το κάνει, είναι σα να παίζει όλες του τις κατακτήσεις σε μία ζαριά. Ακόμη και για την τσαρική Ρωσία των αρχών του 20ου αιώνα, όπου η ανθρώπινη αθλιότητα καθιστούσε επιτακτική την αλλαγή, η πλειοψηφία των σύγχρονων Ρώσων (κρίνοντας βέβαια εκ του αποτελέσματος) πιστεύουν ότι μία διαδικασία βελτίωσης της τότε υπάρχουσας ισορροπίας, θα ήταν ωφελιμότερη από την ανατροπή. Και να σκεφθεί κανείς, ότι στην περίπτωση αυτή υπήρχε προδιαγεγραμμένη σε θεωρητικό επίπεδο η νέα ισορροπία. Ποια σχέση άραγε μπορεί να έχουν τα γκουλάγκ, οι ομαδικές δολοφονίες και η ωμή κρατική βία με την σοσιαλιστική κοινωνία, όπως περιγράφηκε από το Μαρξ; Αυτό και μόνο το παράδειγμα αποδεικνύει πόσο αναγκαίο είναι να τίθεται το ερώτημα, όχι μόνο για το ποια θα είναι η νέα ισορροπία, αλλά και ποιες είναι οι εγγυήσεις, ότι η νέα ισορροπία δε θα είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα αυτών που θα αναλάβουν να την εγκαθιδρύσουν.

Η πολιτική, ως διαδικασία λήψης αποφάσεων, οφείλει πρωτίστως να αξιολογεί τις κοινωνικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές βέβαια είναι έντονα αντιφατικές. Αυτό όμως το γεγονός δεν πρέπει να μας προκαλεί σύγχυση και να μας απογοητεύει. Κάτι τέτοιο αποτελεί <<βούτυρο στο ψωμί>> των επιτήδειων δημαγωγών. Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε, ότι η αντιφατικότητα των κοινωνικών σχέσεων δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ένα κέλυφος που κρύβει προσωρινά αυτό που μέλλει να συμβεί. (Αυτή την καθαρά διαλεκτική ιδέα την αποδεχόμαστε και πολλοί που δεν είμαστε μαρξιστές. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός, ότι οι μαρξιστές πιστεύουν ότι έχει χαρακτήρα νομοτελειακό, ενώ οι μη μαρξιστές την προσεγγίζουν πιθανοκρατικά). Κρίνοντας σήμερα εκ του αποτελέσματος και άρα κρίνοντας με ασφάλεια, διαπιστώνουμε ότι αυτό που ήταν κρυμμένο κάτω από τις κοινωνικές σχέσεις, που συνέθεταν την ισορροπία της ρωσικής κοινωνίας των αρχών του 20ου αιώνα, δεν ήταν τίποτε άλλο από αυτό που υπάρχει στη σημερινή Ρωσία και σε ολόκληρο το σύγχρονο κόσμο. Διαπιστώνουμε λοιπόν με έκπληξη, ότι ακόμη και αυτή η μεγάλη ανατροπή του 1917, αλλά και το πανίσχυρο σοβιετικό καθεστώς που προέκυψε δε μπόρεσαν να αλλοιώσουν, αλλά μόνο να καθυστερήσουν, για μερικές δεκαετίες, την εμφάνιση αυτού που έμελλε να συμβεί. Αυτό μπορεί να μας οδηγήσει στην εικασία (μήπως συμπέρασμα;), ότι η πορεία της κοινωνίας σηματοδοτείται από ένα βέλος που δείχνει στην εξέλιξη(βελτίωση του επιπέδου ζωής και διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών, με παράλληλη συρρίκνωση των κάθε μορφής κοινωνικών περιθωρίων) και αυτό που μπορούν ουσιαστικά να πετύχουν οι όποιες ανθρώπινες παρεμβάσεις, δεν είναι η αλλαγή της κατεύθυνσης του βέλους, αλλά μόνο η επιτάχυνση ή η επιβράδυνση της πορείας. Αν αυτό είναι αληθές, η πολιτική για να είναι ρεαλιστική, οφείλει να το αξιολογεί δεόντως.

Που μας οδηγούν όλα αυτά; Αναμφισβήτητα στη σκέψη ότι οι παρορμήσεις μας και τα <<θέλω>> μας δε μπορούν να επηρεάσουν την κατεύθυνση της εξέλιξης, αλλά μόνο το ρυθμό της. Έτσι λοιπόν μπορεί να τεθεί στην πραγματική του βάση το ερώτημα : πόσο ρομαντισμό μπορεί να χωρέσει μία πολιτική που θέλει να είναι ρεαλιστική και τελικά χρήσιμη; Δυστυχώς για σένα ρομαντικέ Τριαντάφυλλε, το ρομαντισμό πρέπει να τον κρατάμε για την προσωπική μας ζωή (γιατί ίσως χωρίς αυτόν η ζωή μας δεν έχει μεγάλη αξία) και να μη τον μπερδεύουμε με την πολιτική. Είναι αναγκαίο να καταλαβαίνουμε, ότι σκοπός είναι η βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων υπέρ του ανθρώπου, ενώ η πολιτική είναι μόνο το μέσο για την επιτάχυνση της πορείας προς επίτευξη του σκοπού. Και είναι, νομίζω, ολέθριο λάθος, ο λόγος μας να προκαλεί σύγχυση σχετικά με το σκοπό και το μέσο. Το κακό είναι, ότι η πρόκληση τέτοιων μορφών σύγχυσης αποτελεί την πιο εύκολη αντιπολιτευτική πρακτική. Όσον αφορά τις δυνάμεις της αριστεράς, αν μπορέσουν να αποφύγουν τέτοιου είδους πειρασμούς και με δεδομένες τις περιβαλλοντικές και άλλες ανησυχίες τους, σε συνδυασμό μάλιστα με την αδιαφορία που δείχνουν τα κόμματα εξουσίας για τέτοια θέματα, θα μπορέσουν με ασφάλεια να οδηγηθούν σε μία πορεία, που θα τα μεταλλάσσει από φορείς αντίδρασης στο δικομματισμό, σε φορείς άσκησης εξουσίας. Αν βέβαια αυτό πραγματικά τις ενδιαφέρει.

Και για να χαλαρώσουμε λίγο τελειώνοντας, σχετικά με το χρώμα του ρομαντισμού, λάβε σε παρακαλώ υπ’ όψιν, ότι είμαι από αυτούς, που βλέπουν τον Ολυμπιακό, ως αιώνιο εχθρό, γι’ αυτό μη με στενοχωρείς.

Φιλικά

Και με αίτημα για κατανόηση αν επεκτάθηκα πολύ

Βλαδίκας Νίκος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου